Μια Μικρή Ιστορία 1
Τα φώτα σβήνουν. Τα ρολά των μαγαζιών πέφτουν και κλειδώνονται. Ο κόσμος επιστρέφει στα σπίτια του για τον επίλογο της ημέρας. Οι δρόμοι ερημώνουν. Η φασαρία ενός καθαριστικού μηχανήματος του Δήμου είναι το μόνο που ακούγεται από μακριά. Ο μανάβης τσεκάρει την κλειδαριά, βήχει, σκεπάζει το λαιμό του με το παλτό του και τρέχοντας φεύγει για να προλάβει το τελευταίο τραμ. Το μανάβικο σκοτεινό. Μόνο το φως από το ψυγείο που υπάρχει στο βάθος διαλύει κάπως τις σκιές. Μπροστά από αυτό το φως περνάει μια φιγούρα που μόνο από το ρυθμικό βηματισμό της μπορεί κανείς να καταλάβει ότι κάτι κουβαλάει, ένα κάποιο βάρος. Κατευθύνεται προς την τζαμαρία του μαγαζιού, την πρόσοψη. Όσο πλησιάζει την τζαμαρία, ακούγεται μια συνομιλία. Στην αρχή είναι ψίθυροι αλλά έπειτα οι φωνές δυναμώνουν. - ''Μα, επιτέλους κάθε φορά πρέπει να κλέβεις?'' λέει μια φωνή που θυμίζει θρόισμα φύλλου. - ''Άκου π-ποίος μιλάει τ-τώρα. Αυτός π-που κάτω από την λέξη κλόπ-πη, έχουν την μούρη του.'...